Nov 2, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on Σαν μία μικρή αδιάφορη καρφίτσα

Σαν μία μικρή αδιάφορη καρφίτσα

Σαν την μικρή αδιάφορη καρφίτσα μου που ξέχασα στα ρούχα, άφησες σημάδι αόρατα παρόν.Όπως μπλέκουν οι υφάνσεις, τρύπα αμυδρώς μεγαλύτερη θα δεις που σε αφορά, στο μαύρο μου το ρούχο.

Σαν την νοσταλγία μου για σένα που δεν μπορώ σε κανένα να εξηγήσω, έμεινες ως ανείπωτες λέξεις . Όπως τα λευκά λόγια αναζητώ που θα με πείσουν να σε σβήσω από του μαυροπίνακα τον τοίχο, ξεφυσώ.

Σαν πέφτει η λευκή σκόνη στο μαύρο, τα δάχτυλα τραχιά νιώθω για οτιδήποτε άλλο απαλό αγγίξουν.Όπως το δάκρυ το λυτρωτικό που κυλά ακόμα ζεστό στο πρόσωπο μου, τα χείλη χαλαρώνω.

Σαν την ένταση που συγκρατούσα καιρό στο κάτω μου το χείλος, ήρθες να με υγράνεις. Όπως τη γεύση σου αφήνεις, σώμα και όποιες αντιστάσεις διαλύονται με μία σου μόνο ανάμνηση.

Σαν μία μικρή αδιάφορη καρφίτσα.

Μ.Κ.

Oct 7, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on Ο μικρούλης άνθρωπος

Ο μικρούλης άνθρωπος

Ο μικρούλης άνθρωπος που σε κατοικεί, σε κατακλύζει,  σε στοιχειώνει. Πατάει μέσα σε χορδές, μουσική να συνθέσει, να σε τρελάνει, να σε απομακρύνει σε μέρη που εσύ εξαϋλώνεσαι.

Αδυνατείς να υπάρξεις εκεί που ο μικρούλης άνθρωπος σε μικραίνει. Αφήνοντας το μέγεθος σου να μειωθεί στο ελάχιστο της ύπαρξης σου, καπνός γεμίζει το πνεύμα, θολούρα σκεπάζει τη σκέψη σου.

Ο μικρούλης άνθρωπος που σε νικάει, σε καταπατεί, σε εξαφανίζει. Χορεύει μέσα στης αγωνίας τον κτύπο, τύμπανα να κρούσει, να σε αναστατώσει, να σε σβήσει από του χαρτιού το γκρι γραφίτη.

Τρέμεις να χαθείς εκεί που ο μικρούλης άνθρωπος σε κυριεύει. Τρέμοντας το στοιχειό σου που ενεργεί για σένα, πανικός κόβει την ανάσα, δάκρυα συμπυκνώνονται στο γιατί που δεν είσαι έτοιμος να αρθρώσεις.

Ο μικρούλης άνθρωπος που σε ονομάζει, σε καθορίζει, σε ξεριζώνει. Ενεργεί μέσα σε σένα, σιωπάει για να σε μηδενίσει, να σε κατακτήσει, να σε παρασύρει στης αβεβαιότητας τη γλυκόπικρη τη γεύση.

Μισείς να χαίρεσαι τη πίκρα και τη γλύκα, ενός μικρούλη ανθρώπου νίκη. Αδυνατώντας το ανάστημα να υψώσεις, αγάπη και ασφάλεια νιώθεις για του εχθρού σου την αλήθεια, ισχυρό το “πλάσμα” μέσα από τον καθρέφτη.

Αδύνατη η πάλη, μικρούλης ο άνθρωπος. Όπως το στήθος σου φουσκώνει και αδειάζει με κάθε ανάσα που εισπνέεις, ο εχθρός φαντάζει πιο ισχυρός και η ανάσα χάνεται, τα δάκρυα χύνονται αλλά τα γιατί αρθρώνονται.

Βάζοντας σε μία σειρά το γάμα και το γιώτα, το άλφα και το ταφ, τελειώνοντας με ένα γιώτα και ένα ερωτηματικό, συνθλίβεται ο μικρούλης, γιγαντώνεσαι εσύ, επανυλοποιείσαι και είσαι εκεί έτοιμος να αισθανθείς, να υπάρξεις.

Με μία ανάσα, με ένα γιατί και υπάρχεις.

Ποιος μικρούλης, ποιος άνθρωπος.

Μ.Κ.

Jun 28, 2016 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on Και η νύχτα βάφτηκε κόκκινη

Και η νύχτα βάφτηκε κόκκινη

“Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη”, μία υπόσχεση ανακαλώ για τη φυγή του μεσημεριού. Το ζεστό κρεβάτι βαρύ από τα σκεπάσματα και η κλωστή ξετυλίγεται, γελάει ξάφνου ένας Εμίλ_ο Εμίλ.

Και η Νύχτα μέσα σε μία στιγμή βάφεται κόκκινη, ένα κάρο καταμεσής της άπλας σέρνεται πίσω από το δύσμοιρο μουλάρι, η Μαριώ γελάει. Αργόσυρτη η διαδρομή που κρατάει τη νύχτα της πορφύρας για μία ώρα παραμυθιού ακόμα. Είναι μακρά η νύχτα. Ο Πεπε Λε Μόκο -γνωστός και ως Εμίλ Σιμιόν- ανάβει την πίπα του πάνω από το τσίγκινο καζάνι που κοχλάζει. Μετράει τα άστρα. Βρίσκεται μόνος κάπου στην έρημο.

Στην Κάσμπα κόσμος περνάει με τα κάρα του ολημερίς και ολοβραδίς. Η Νύχτα βάφεται κόκκινη στο άκουσμα του κουβαριού που ξετυλίγεται λίγο λίγο από την ανέμη. Σε ένα παραμύθι αλλιώτικο, οι ήρωες είναι οι άλλοι. Ο Πέπε Λε Μόκο στην Κάσμπα, η Μαριώ στο κάρο που το σέρνει το μουλάρι. Αυτοί και άλλοι πολλοί στο Αλγέρι, στις γειτονιές γλιστρούν ως μαύρες φιγούρες. Σκιές στην πόλη, στην έρημο, στη νύχτα.

Ο Εμίλ Σιμιόν και η πίπα του, είναι χρυσαφιοί. Η παχιά άμμος της ερήμου έχει καθίσει στα ρούχα και τα χαμαλιά του Εμίλ, στα σκαλιστά παιχνιδίσματα της βάσης της πίπας του. Σαν να βρισκόταν πάντοτε εκεί. Αιώνια, χρυσή, πολύτιμη. Όταν η Νύχτα βάφεται κόκκινη η Μαριώ ξέρει πως έχει έρθει η ώρα να χαθεί στην έρημο, να βγει από το μονοπάτι.

Στο σταυροδρόμι της άγνωστης ερήμου βρίσκονται τυχαία, ένας Εμίλ, μία Μαριώ, ένα μουλάρι, μία πίπα. Η συνάντηση απρόσμενη στην προβλεψιμότητα του νήματος που ξετυλίγεται όσο το χρώμα της νύχτας ξεθωριάζει κάθε τόσο που μία ασημένια λάμψη δίνει το παρόν εξαφανίζοντας το κόκκινο.

Μ.Κ.

May 5, 2016 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on Μα ποτέ δικός μας

Μα ποτέ δικός μας

“Ένας άλλος για δικός μας _μα ποτέ.

Ποτέ δικός μας”

Γύρω από το τραπέζι, μαζεύτηκαν πολλοί να δουν το χαρτοπαίξιμο της μοίρας. Ένας βαλές για τον άντρα, μία ντάμα για την γυναίκα_ οι συνήθεις ύποπτοι, οι μάρτυρες της ώρας. Ανησυχία διάχυτη γύρω από την χαρτορίχτρα.

Μία φορά, δύο φορές, τρείς φορές περνούν και ξαναπερνούν τα φύλλα. Γλείφουν το τραπέζι με την μορφή τους, κρύβουν το πεπρωμένο από τους ενδιαφερόμενους, γυρνώντας επιδεικτικά την πλάτη μέχρι την τελική φανέρωση. Μέχρι την στιγμή που το ψέμα θα υλοποιηθεί μπρος τους, με λόγια τσίγκινα βαμμένα από το χρυσό της γλώσσας.

Γύρω από το τραπέζι, οι ερμηνείες ικανοποιούν τα λεγόμενα πάθη. Τι είναι ο έρωτας, τι είναι η αγάπη, η αφοσίωση, ερωτήματα σημαντικά για τις φλέβες των προσώπων που πάλλονται από αγωνία. Η επιφάνεια του ξύλου γνωρίζει μυστικά. Αχ και να ‘ξεραν, της μοίρας τα μελλούμενα.

Διχασμός, θολό τοπίο, γκρι και ξανά γκρι. Μα τι καλά που τα λέει η γητεύτρα της μοίρας. Οι πολλοί συμφωνούν, προσμένουν για το γύρισμα της τύχης, για την ελπίδα της μπομπίνας που τελειώνει. Που και που απογοήτευση, αλλά η γητεύτρα ξέρει τα κόλπα της πειθούς_ένας άλλος για δικός τους.

Μα ποτέ δικό τους.

Μ.Κ.

Apr 24, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on Ω από-μηχανής

Ω από-μηχανής

Ω από-μηχανής, μην αναζητείς.

Τα μάτια σε ζητούν, οι αισθήσεις όλες σε προσμένουν.

Μην αναζητείς.

 

Ω από-μηχανής, μην λυπηθείς.

Τα νιάτα σε ποθούν, οι παρουσίες όλες σε παρακαλούν.

Μην λυπηθείς.

 

Ω από-μηχανής, μην παρηγορείς.

Τα ψέματα σε σμιλεύουν, οι αλήθειες όλες σε διαλύουν.

Μην παρηγορείς.

 

Μ.Κ.

Apr 17, 2016 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on μ.π

μ.π

Κοίταξε το τριαντάφυλλο και ακούμπησε μαλακά το αγκάθι του. Αίμα και νερό μπερδεύτηκαν, ο μικρός Πρίγκηπας δεν ήταν μόνος, είχε συντροφιά απροσδιόριστη. Μόρια καπνού άγγιζαν το τσιτωμένο από το κρύο δέρμα του, σχηματίζοντας ένα ομιχλώδες πέπλο γύρω του. Προβληματισμός μεγάλος να θέλεις να πετάξεις, να μπερδεύεις τα άνω με τα κάτω, να θέλεις να κινηθείς με όρους γήινους στους αιθέρες. Μα να μην κινείσαι.

Τα κίτρινα μαλλιά του χυμένα στο παιδικό πρόσωπο, έκρυβαν το ξένο τοπίο. Κλείνοντας απαλά τα μάτια του, ο μικρός Πρίγκιπας προσπάθησε να φανταστεί τον κόσμο σαν ένα μεγάλο κήπο. Ένιωσε ένα κρύο στη σκέψη πως δεν θα μοιράζεται τα τριαντάφυλλα, πως θα είναι αυτός και τα αγκάθια. Ανοίγοντας και πάλι τα μάτια, φευγαλέα είδε μια λάμψη πορτοκαλιά, να χάνεται ανάμεσα στα κίτρινα μαλλιά και στην πορφύρα του κόσμου που είχε για κήπο του.

Κόκκινα πέταλα σχημάτισαν ξαφνικά μία δίνη από τον αέρα που θέριευε στον κήπο. Ο μικρός Πρίγκιπας ήθελε να πετάξει να γίνει και αυτός πέταλο, να γίνει ένα με την δίνη. Τόσο ήταν το κόκκινο χρώμα που είχε βάψει το γαλάζιο, που ο ουρανός είχε γίνει ο κήπος του. Νιώθοντας τα πόδια του να αιωρούνται, να αποχαιρετούν το έδαφος, έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται για την μοναξιά του.

Η φύση είχε γίνει συντροφιά, το χρώμα ελπίδα. Μη μπορώντας πια να ξεχωρίσει, σε τι κόσμο ζει, έχωσε τα δάχτυλα του μέσα στο πλούσιο κίτρινο, να αποκαλύψει στον τριανταφυλλένιο κήπο του τα μάτια αυτού του κόσμου. Να εκθέσει εκείνον μπρος στα αγκάθια. Να γίνει κήπος. Ο κόσμος όλος.

Μ.Κ.

 

 

 

 

Apr 1, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on Α-Δημιουργία

Α-Δημιουργία

Αφέλεια και διαστρέβλωση πως γνωρίζω πως υπάρχω. Ακόμα και το “εγώ” της έκφρασης μοιάζει κενό στο ολόκενο. Χωράει ο νους άραγε έννοιες για να συλλογίζεται, εύλογα απορώ. Τι συμβαίνει τη στιγμή της δημιουργίας; και αν συμβαίνει τότε υπάρχει τέτοια;

Μονομιάς στέκομαι λίγο πιο κει αναζητώντας τη στιγμή αυτή που νόμιζα πως είδα. Λίγο πιο πίσω κοιτώ και ανακαλώ τη δημιουργία, μα δεν έχει ύλη. Και τώρα δημιουργώ ξανά τη μνήμη αυτής της δημιουργίας που δεν ζω, μα κάπως θυμάμαι. Και μετά ξανά ο κύκλος με παρασέρνει στη δύνη ενός χορού που δεν γνώριζα, μα τα βήματα ακολουθώ δίχως δυσκολία.

Ένα δύο, δύο ένα, ένα δύο επαναλαμβάνω χαρίζοντας βήματα στη σκέψη. Εκείνη ακολουθεί απέναντι σαν είδωλο μέσα από τον καθρέφτη, όχι ακριβώς, όχι όπως νομίζω. Και η σκέψη φεύγει χάνεται και γίνεται και αυτή ένα με τη λήθη. Χορεύω και δεν σκέφτομαι, αδύνατο; μα _ δημιουργώ; είμαι στη στιγμή και λίγο αργότερα -πλέον το ξέρω- δε θα ‘μαι.

Ένα δύο, δύο ένα, ένα δύο…

M.K.

Mar 21, 2016 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on Οι εραστές και ο άγνωστος παρατηρητής (μέρος 5ο)   

Οι εραστές και ο άγνωστος παρατηρητής (μέρος 5ο)   

Ξανά στην αγκαλιά του εραστή της, η γυναίκα ένιωθε την ηδονή να σκεπάζει κάθε απογοήτευση και δάκρυ της. Σαν να μην ένιωσε ποτέ την απελπισία να κατακτά τις σκέψεις της. Σαν να μην ένιωσε ποτέ το τέλος. Ήταν εκεί μαζί, και αυτός και εκείνη στο πάθος παρέα. Γέλασαν πολύ, σαν τέλειωσε η παρέλαση της σάρκας. Ο άντρας συνέχισε να μην μιλάει όσο θα ήθελε η γυναίκα, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να του κακιώσει. Καθότι ευτυχισμένη και ολοκληρωτικά παρασυρμένη  στη στιγμή αυτή, δεν ήθελε να μολύνει τη σκέψη της με το αβέβαιο αύριο. Το «τώρα» ήταν το σημαντικό, το «μετά» θα το κοίταζαν μαζί μετά τις 12:00, όταν θα γίνονταν ξανά κολοκύθες και ποντίκια.

Ο άγνωστος παρατηρητής είδε σαν ευχάριστη έκπληξη το γύρισμα της τύχης. Ρίχνοντας μία δεύτερη ματιά στον άντρα, είδε το ζύγι να ελαφραίνει. Αν και ο άντρας υπήρξε ανέκαθεν μία πονεμένη ψυχή, φαινόταν χαρούμενος τυλιγμένος στο ρόδο της γυναίκας. Κλείνοντας τα μάτια, άκουσε την καρδιά του άντρα να χτυπάει σαν τρελή. Όλες οι σκοτούρες του, οριστικό παρελθόν στο άπειρο της στιγμής αυτής. Αφού παρατήρησε τον άντρα, ο άγνωστος παρατηρητής στράφηκε στη γυναίκα και έριξε σε εκείνη μια πιο προσεκτική ματιά. Ο έρωτας της δεν κρυβόταν σίγουρα, αλλά κάτι υπήρχε στο βάθος των ματιών της, που ακόμα και ο άγνωστος παρατηρητής δεν μπορούσε με ακρίβεια να διαπιστώσει τι ήταν.

Η γυναίκα κοίταζε τον άντρα με τρυφερότητα, μόλις έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί, ήξερε με σιγουριά εκείνη πως δεν θα κοιμόταν. Πώς θα το έκανε άλλωστε; Όλο αυτό ήταν δύσκολο να το χωνέψει και ας είχε συμφωνήσει και η ίδια στην τρέλα αυτή. Αυτός ο άντρας που ανάλαφρα κοιμόταν πάνω στο στήθος της, είχε υπάρξει ο μεγαλύτερος εχθρός και εξολοθρευτής της. Και εκείνη τον άφησε να εισβάλει πάλι μέσα της! Το αύριο που φαινότανε αβέβαιο άρχισε να συμπίπτει με το τώρα. Η γυναίκα ήξερε πως αν ξαναπληγωνόταν δε θα της άξιζε. Ήθελε η άνοιξη και τα νέα πρόσωπα της να παραμείνουν στη ζωή της. Για τον άντρα δεν ήταν πια βέβαιη, αν ένιωθε το ίδιο. Έμοιαζε να είναι το ίδιο, αλλά ακριβώς ίδιο; Τώρα κενό με ερωτηματικά.

Ο άντρας είχε απαγορέψει πλέον στο φορτίο του να τον ορίζει, να είναι αυτό που τον βαραίνει. Με αυτό κατά νου και τη γυναίκα χωμένη στην αγκαλιά του, δεν είχε λόγο να θέλει να είναι αλλού. Ήταν ακριβώς εκεί που έπρεπε, ξαπλωμένος με την ευτυχία μέσα στα χέρια του. Ο καπνός δεν ήταν πια ικανός να θολώσει την σκέψη του, το αύριο δεν είχε πια σημασία. Μια σκέψη ήταν μονάχα βέβαιη, ότι θα μοιραζόταν τη μέρα που ξημέρωνε με τη γυναίκα που του είχε αλλάξει τη ζωή. Τη γυναίκα που πολλές φορές αρνήθηκε παρασυρμένος από το σκοτεινό του παρελθόν. Την γυναίκα που εκείνος μόνο πόνο της είχε χαρίσει ενώ εκείνη σ’ αυτόν ένα σωρό ευκαιρίες. Τώρα η ευκαιρία ήταν μία, η τελευταία ευκαιρία που του  πρόσφερε η γυναίκα. Ένα ήταν βέβαιο, σκέφτηκε ο άντρας πριν τον πάρει ο ύπνος, ότι θα προσπαθούσε να είναι αλλιώς, αυτός που της αξίζει.

Ο άγνωστος παρατηρητής βλέποντας το ζευγάρι ταξίδεψε νοητά στην πρώτη τους συνάντηση. Ξαπλωμένοι και οι δυο μετά από έρωτα, είχαν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλο. Μίλαγαν για μουσική και φιλοσοφία, ήταν η στιγμή που είχαν συνειδητοποιήσει πόσο ερωτευμένοι ήταν μεταξύ τους, ήταν η στιγμή που δεν ομολόγησαν ποτέ. Τα κρυφά τους συναισθήματα, ο άγνωστος παρατηρητής τα έβλεπε να ξεδιπλώνονται κάθε φορά που τους κοίταζε από ψηλά. Είχε αδυναμία σ’ αυτό το ζευγάρι, αυτό ήταν που τον φόβιζε η αδυναμία του. Πώς να τους κρίνει αντικειμενικά όταν μόνο υποκειμενικά τους έβλεπε; Σίγουρα ήταν φορές που είχε απογοητευτεί από την στάση του άντρα, αλλά τελικά τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν άλλη τροπή. Στεκούμενος μια τελευταία φορά στη γυναίκα πριν τους αφήσει στην αγκαλιά του Μορφέα, ο άγνωστος παρατηρητής κατάλαβε ποιο ήταν το μυστικό που έκρυβε στο βάθος των ματιών της. Ήταν η απογοήτευση, η απογοήτευση του παρελθόντος στοιβαγμένη όλη στα δάκρυα των ματιών της που δεν χύθηκαν ποτέ, μπερδεμένη με ένα χαμόγελο. Και τότε ο άγνωστος παρατηρητής κατάλαβε ότι δεν είναι κακό να απογοητεύεσαι, εξάλλου η απογοήτευση έχει κάτι από γοητεία μέσα της. Ναι σίγουρα αυτό σκεφτόταν η γυναίκα και έδωσε ένα φιλί στον άντρα πριν κλείσει και αυτή τα βλέφαρα της παραδομένη στην γοητεία, στον έρωτα.

M.K.

Feb 25, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Και εγώ κυκλοφορούσα κάτω από το φεγγάρι. Το κοίταζα ενώ κοιμόταν, επίμονα μήπως και με δει, μήπως και ξυπνήσει. Τα μάτια μου κάρφωνα να το ξεσκεπάσω. Μαυροντύθηκε να με πικράνει, αρνήθηκε κάθε μου προσέγγιση. Επίμονα και αυτό, επίμονα και εγώ.

Εκεί που περπατούσα και προσέγγιζα, το άκουσα ξάφνου να μιλάει. Δεν ήταν κατανοητά όλα, μόνο λέξεις που και που αναγνώριζα, αλλά νόημα δεν έβρισκα. Ασημένιο από πάνω, κάρφωνε και αυτό με μάτια στην πλάτη την περιφρόνηση του, για να με χλευάσει.

Βγάλε τα μαύρα, του φώναξα να με προσέξει, ξανά σιγή. Ήθελα να σταματήσω να κοιτάω, αλλά ήταν μαγικό και ήξερα πως πλέον το μισώ. Ήθελα να του βγάλω τη μάσκα, που είχε κολλήσει πάνω του σα δεύτερη φύση. Ήθελα να το σκίσω, χάρτινα κομμάτια στο χώμα να το αφήσω.

Και εγώ παρακαλούσα κάτω από το φεγγάρι. Το κοίταζα μασκοφορεμένο καθώς ήταν και ήθελα να εκδικηθώ για τις μέρες που μου πήρε. Δεν γινόταν να το μισώ τόσο λάθος. Διαστρεβλωμένα όλα, παρακάλια και μίσος μαζί; ποια η τροχιά που ακολουθώ;

Μια λάμψη φευγαλέα προς στιγμή, αλλά αλλού κοίταζε, για μένα είχε φυλάξει τα κρυφά. Άξιζα μυστήριο γι’ αυτό. Το χαιρέτησα και ας ήταν πιο όμορφο, ήταν το μίσος κάλπικο και είχε αρχίσει ήδη να ξημερώνει.

Καλημέρα είπα και δεν το ξανάδα.

M.K.

Nov 8, 2015 - ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ    1 Comment

Επιστολή στον αδαή ιδεολόγο

Ήτανε μηδέν και μετά γεννήθηκε η πρώτη ιδέα. Δεν πέρασε καιρός και από μονοκύτταρος οργανισμός, υπερπήδησε κάθε στάδιο δαρβινικής εξέλιξης και έγινε άνθρωπος. Ένα ζώο με πολλές, πολλές ιδέες. Όμως η ιδέα γινόμενη άνθρωπος, θέριεψε το ίδιο της το είναι, το οποίο μεταλλάχθηκε και σταδιακά αποσπάστηκε. Και δεν ήταν πια η ιδέα που δημιούργησε τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που δημιουργούσε ιδέες.   

 

Ο ρυθμός τούτης της εξέλιξης, εκθετικός. Άνιση η μάχη μεταξύ ιδέας και ανθρώπου. Είναι που πολλαπλασιαστικά και μόνο, ο εκτροχιασμός ήταν μονόδρομος. Πολλές ιδέες, πολλοί άνθρωποι και κάπου εκεί χάθηκε η ουσία της ιδέας. Χρησιμοποιήθηκαν λέξεις, αλλάξανε νοήματα, παπαγαλίστηκαν και οι θεωρίες, και εν τέλει η ιδέα και η κάθε ιδέα ως έχει, κίνησαν προς την δύση.  

 

Φιλόσοφοι των φιλοσόφων, στοχαστές της ματαιότητας και οραματιστές της ουτοπίας. Όλοι λίγο πολύ, το πόσο δεν έχει τόση σημασία, αυτοβαφτίστηκαν γνώστες και ειδήμονες των καιρών μας. Ένας, ένας συρρεύσαν να μαγέψουν άλλους, πιο αδαείς, με τα ταχυδακτυλουργικά τους ιδεώδη. Τα κάστρα της αφέλειας πέσαν το ένα μετά το άλλο, η λογική απούσα έδωσε χώμα έφορο να ανθίσει η μαζική παραγωγή μαργαριταριών και πάσης ανοησίας.  

 

Κόβει πολύ ο πέλεκης της μωρίας, χάρακας ακριβείας-ορατότης μηδέν σημειώσατε “χ”. Είναι που μερικοί ξεχάσαν πως η ιδέα είναι ζωντανή και κινείται αέναα, μετενσαρκώνεται και ακούει πριν πράξει. Ον λογικό, παιδί του χάους και της ελπίδας. Θυσιάστηκε για τη δημιουργία, μικρή ήταν όμως η συγκομιδή της.   

 

Πολλοί δεν μάθαν για τα παιδιά της, τον Διάλογο και τη Συζήτηση. Είναι γιατί ξέρουν καλύτερα, είναι γιατί δεν συμφωνούν προτού ακούσουν για να αποφανθούν. Είναι οι άνθρωποι πολλοί και οι ιδέες λίγες. Επειδή κυκλοφορούν πολλές ιδέες ως ιδέες, αλλά είναι μόνο προσωπεία της ημιμάθειας και του εύκολου εντυπωσιασμού, οι γνήσιες ιδέες της ιδέας σπανίζουν. Αυτές και μόνο αυτές ολοκληρώνουν την ιδέα του ανθρώπου.  

 

Γιατί ο άνθρωπος είναι ιδέα κατά βάση. Δεν έχει δύναμη η λέξη, η λέξη είναι μόνο επιφάνεια. Δεν είναι ο άνθρωπος, άνθρωπος γιατί τον φωνάζουν έτσι. Είναι γιατί όταν μπορεί να κοιτάζει ψηλά, κοιτάει χαμηλά. Είναι γιατί το κερδίζει. Έτσι και οι απόψεις, πρέπει να κερδίζουν ουσιαστικά και όχι με ψεύτικους εντυπωσιασμούς και πομπώδεις εκφράσεις.  

 

Αναρχία, αριστερά, υπεράνθρωπος, φασισμός, δημοκρατία. Επιφάνεια, επιφάνεια. Πόσο συχνά δανειζόμαστε τον ήχο τους και την γραφή τους; ποια είναι όμως η ιδέα, πίσω από την λέξη; Που βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά της “γνώσης” από της γνώσης; τάδε έφη ο Χ και η γη γυρίζει και ο φασίστας ντύνεται αστυνόμος. Βαφτίζουμε, κρίνουμε, λοιδορούμε με χρησιδάνεια αλλονών. Και η ιδέα αναρωτιέται “Ξέχασε άραγε ο άνθρωπος να σκέφτεται, να διερωτάται; γιατί εγώ ποτέ. Κρίμα στην αμάσητη τροφή, την πεντανόστιμη”.   

 

Πόσο βολικό να υιοθετείς και να δανείζεσαι ιδέες. Είναι εύκολο και απλό, αμέσως αμέσως δημιουργείς το πολλά από το τίποτα. Είσαι κάτι, ανήκεις κάπου, νιώθεις πως ξεχωρίζεις μα δύσκολα ξεγελάς, και αν γελάς τώρα με αυτές τις γραμμές, τότε μάλλον εσύ γελιέσαι.  

  Μ.Κ.

 

 

 

Pages:«1234»
Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com
%d bloggers like this: