Apr 17, 2016 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on μ.π

μ.π

Κοίταξε το τριαντάφυλλο και ακούμπησε μαλακά το αγκάθι του. Αίμα και νερό μπερδεύτηκαν, ο μικρός Πρίγκηπας δεν ήταν μόνος, είχε συντροφιά απροσδιόριστη. Μόρια καπνού άγγιζαν το τσιτωμένο από το κρύο δέρμα του, σχηματίζοντας ένα ομιχλώδες πέπλο γύρω του. Προβληματισμός μεγάλος να θέλεις να πετάξεις, να μπερδεύεις τα άνω με τα κάτω, να θέλεις να κινηθείς με όρους γήινους στους αιθέρες. Μα να μην κινείσαι.

Τα κίτρινα μαλλιά του χυμένα στο παιδικό πρόσωπο, έκρυβαν το ξένο τοπίο. Κλείνοντας απαλά τα μάτια του, ο μικρός Πρίγκιπας προσπάθησε να φανταστεί τον κόσμο σαν ένα μεγάλο κήπο. Ένιωσε ένα κρύο στη σκέψη πως δεν θα μοιράζεται τα τριαντάφυλλα, πως θα είναι αυτός και τα αγκάθια. Ανοίγοντας και πάλι τα μάτια, φευγαλέα είδε μια λάμψη πορτοκαλιά, να χάνεται ανάμεσα στα κίτρινα μαλλιά και στην πορφύρα του κόσμου που είχε για κήπο του.

Κόκκινα πέταλα σχημάτισαν ξαφνικά μία δίνη από τον αέρα που θέριευε στον κήπο. Ο μικρός Πρίγκιπας ήθελε να πετάξει να γίνει και αυτός πέταλο, να γίνει ένα με την δίνη. Τόσο ήταν το κόκκινο χρώμα που είχε βάψει το γαλάζιο, που ο ουρανός είχε γίνει ο κήπος του. Νιώθοντας τα πόδια του να αιωρούνται, να αποχαιρετούν το έδαφος, έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται για την μοναξιά του.

Η φύση είχε γίνει συντροφιά, το χρώμα ελπίδα. Μη μπορώντας πια να ξεχωρίσει, σε τι κόσμο ζει, έχωσε τα δάχτυλα του μέσα στο πλούσιο κίτρινο, να αποκαλύψει στον τριανταφυλλένιο κήπο του τα μάτια αυτού του κόσμου. Να εκθέσει εκείνον μπρος στα αγκάθια. Να γίνει κήπος. Ο κόσμος όλος.

Μ.Κ.

 

 

 

 

Apr 1, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on Α-Δημιουργία

Α-Δημιουργία

Αφέλεια και διαστρέβλωση πως γνωρίζω πως υπάρχω. Ακόμα και το “εγώ” της έκφρασης μοιάζει κενό στο ολόκενο. Χωράει ο νους άραγε έννοιες για να συλλογίζεται, εύλογα απορώ. Τι συμβαίνει τη στιγμή της δημιουργίας; και αν συμβαίνει τότε υπάρχει τέτοια;

Μονομιάς στέκομαι λίγο πιο κει αναζητώντας τη στιγμή αυτή που νόμιζα πως είδα. Λίγο πιο πίσω κοιτώ και ανακαλώ τη δημιουργία, μα δεν έχει ύλη. Και τώρα δημιουργώ ξανά τη μνήμη αυτής της δημιουργίας που δεν ζω, μα κάπως θυμάμαι. Και μετά ξανά ο κύκλος με παρασέρνει στη δύνη ενός χορού που δεν γνώριζα, μα τα βήματα ακολουθώ δίχως δυσκολία.

Ένα δύο, δύο ένα, ένα δύο επαναλαμβάνω χαρίζοντας βήματα στη σκέψη. Εκείνη ακολουθεί απέναντι σαν είδωλο μέσα από τον καθρέφτη, όχι ακριβώς, όχι όπως νομίζω. Και η σκέψη φεύγει χάνεται και γίνεται και αυτή ένα με τη λήθη. Χορεύω και δεν σκέφτομαι, αδύνατο; μα _ δημιουργώ; είμαι στη στιγμή και λίγο αργότερα -πλέον το ξέρω- δε θα ‘μαι.

Ένα δύο, δύο ένα, ένα δύο…

M.K.

Mar 21, 2016 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on Οι εραστές και ο άγνωστος παρατηρητής (μέρος 5ο)   

Οι εραστές και ο άγνωστος παρατηρητής (μέρος 5ο)   

Ξανά στην αγκαλιά του εραστή της, η γυναίκα ένιωθε την ηδονή να σκεπάζει κάθε απογοήτευση και δάκρυ της. Σαν να μην ένιωσε ποτέ την απελπισία να κατακτά τις σκέψεις της. Σαν να μην ένιωσε ποτέ το τέλος. Ήταν εκεί μαζί, και αυτός και εκείνη στο πάθος παρέα. Γέλασαν πολύ, σαν τέλειωσε η παρέλαση της σάρκας. Ο άντρας συνέχισε να μην μιλάει όσο θα ήθελε η γυναίκα, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να του κακιώσει. Καθότι ευτυχισμένη και ολοκληρωτικά παρασυρμένη  στη στιγμή αυτή, δεν ήθελε να μολύνει τη σκέψη της με το αβέβαιο αύριο. Το «τώρα» ήταν το σημαντικό, το «μετά» θα το κοίταζαν μαζί μετά τις 12:00, όταν θα γίνονταν ξανά κολοκύθες και ποντίκια.

Ο άγνωστος παρατηρητής είδε σαν ευχάριστη έκπληξη το γύρισμα της τύχης. Ρίχνοντας μία δεύτερη ματιά στον άντρα, είδε το ζύγι να ελαφραίνει. Αν και ο άντρας υπήρξε ανέκαθεν μία πονεμένη ψυχή, φαινόταν χαρούμενος τυλιγμένος στο ρόδο της γυναίκας. Κλείνοντας τα μάτια, άκουσε την καρδιά του άντρα να χτυπάει σαν τρελή. Όλες οι σκοτούρες του, οριστικό παρελθόν στο άπειρο της στιγμής αυτής. Αφού παρατήρησε τον άντρα, ο άγνωστος παρατηρητής στράφηκε στη γυναίκα και έριξε σε εκείνη μια πιο προσεκτική ματιά. Ο έρωτας της δεν κρυβόταν σίγουρα, αλλά κάτι υπήρχε στο βάθος των ματιών της, που ακόμα και ο άγνωστος παρατηρητής δεν μπορούσε με ακρίβεια να διαπιστώσει τι ήταν.

Η γυναίκα κοίταζε τον άντρα με τρυφερότητα, μόλις έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί, ήξερε με σιγουριά εκείνη πως δεν θα κοιμόταν. Πώς θα το έκανε άλλωστε; Όλο αυτό ήταν δύσκολο να το χωνέψει και ας είχε συμφωνήσει και η ίδια στην τρέλα αυτή. Αυτός ο άντρας που ανάλαφρα κοιμόταν πάνω στο στήθος της, είχε υπάρξει ο μεγαλύτερος εχθρός και εξολοθρευτής της. Και εκείνη τον άφησε να εισβάλει πάλι μέσα της! Το αύριο που φαινότανε αβέβαιο άρχισε να συμπίπτει με το τώρα. Η γυναίκα ήξερε πως αν ξαναπληγωνόταν δε θα της άξιζε. Ήθελε η άνοιξη και τα νέα πρόσωπα της να παραμείνουν στη ζωή της. Για τον άντρα δεν ήταν πια βέβαιη, αν ένιωθε το ίδιο. Έμοιαζε να είναι το ίδιο, αλλά ακριβώς ίδιο; Τώρα κενό με ερωτηματικά.

Ο άντρας είχε απαγορέψει πλέον στο φορτίο του να τον ορίζει, να είναι αυτό που τον βαραίνει. Με αυτό κατά νου και τη γυναίκα χωμένη στην αγκαλιά του, δεν είχε λόγο να θέλει να είναι αλλού. Ήταν ακριβώς εκεί που έπρεπε, ξαπλωμένος με την ευτυχία μέσα στα χέρια του. Ο καπνός δεν ήταν πια ικανός να θολώσει την σκέψη του, το αύριο δεν είχε πια σημασία. Μια σκέψη ήταν μονάχα βέβαιη, ότι θα μοιραζόταν τη μέρα που ξημέρωνε με τη γυναίκα που του είχε αλλάξει τη ζωή. Τη γυναίκα που πολλές φορές αρνήθηκε παρασυρμένος από το σκοτεινό του παρελθόν. Την γυναίκα που εκείνος μόνο πόνο της είχε χαρίσει ενώ εκείνη σ’ αυτόν ένα σωρό ευκαιρίες. Τώρα η ευκαιρία ήταν μία, η τελευταία ευκαιρία που του  πρόσφερε η γυναίκα. Ένα ήταν βέβαιο, σκέφτηκε ο άντρας πριν τον πάρει ο ύπνος, ότι θα προσπαθούσε να είναι αλλιώς, αυτός που της αξίζει.

Ο άγνωστος παρατηρητής βλέποντας το ζευγάρι ταξίδεψε νοητά στην πρώτη τους συνάντηση. Ξαπλωμένοι και οι δυο μετά από έρωτα, είχαν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλο. Μίλαγαν για μουσική και φιλοσοφία, ήταν η στιγμή που είχαν συνειδητοποιήσει πόσο ερωτευμένοι ήταν μεταξύ τους, ήταν η στιγμή που δεν ομολόγησαν ποτέ. Τα κρυφά τους συναισθήματα, ο άγνωστος παρατηρητής τα έβλεπε να ξεδιπλώνονται κάθε φορά που τους κοίταζε από ψηλά. Είχε αδυναμία σ’ αυτό το ζευγάρι, αυτό ήταν που τον φόβιζε η αδυναμία του. Πώς να τους κρίνει αντικειμενικά όταν μόνο υποκειμενικά τους έβλεπε; Σίγουρα ήταν φορές που είχε απογοητευτεί από την στάση του άντρα, αλλά τελικά τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν άλλη τροπή. Στεκούμενος μια τελευταία φορά στη γυναίκα πριν τους αφήσει στην αγκαλιά του Μορφέα, ο άγνωστος παρατηρητής κατάλαβε ποιο ήταν το μυστικό που έκρυβε στο βάθος των ματιών της. Ήταν η απογοήτευση, η απογοήτευση του παρελθόντος στοιβαγμένη όλη στα δάκρυα των ματιών της που δεν χύθηκαν ποτέ, μπερδεμένη με ένα χαμόγελο. Και τότε ο άγνωστος παρατηρητής κατάλαβε ότι δεν είναι κακό να απογοητεύεσαι, εξάλλου η απογοήτευση έχει κάτι από γοητεία μέσα της. Ναι σίγουρα αυτό σκεφτόταν η γυναίκα και έδωσε ένα φιλί στον άντρα πριν κλείσει και αυτή τα βλέφαρα της παραδομένη στην γοητεία, στον έρωτα.

M.K.

Feb 25, 2016 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Και εγώ κυκλοφορούσα κάτω από το φεγγάρι. Το κοίταζα ενώ κοιμόταν, επίμονα μήπως και με δει, μήπως και ξυπνήσει. Τα μάτια μου κάρφωνα να το ξεσκεπάσω. Μαυροντύθηκε να με πικράνει, αρνήθηκε κάθε μου προσέγγιση. Επίμονα και αυτό, επίμονα και εγώ.

Εκεί που περπατούσα και προσέγγιζα, το άκουσα ξάφνου να μιλάει. Δεν ήταν κατανοητά όλα, μόνο λέξεις που και που αναγνώριζα, αλλά νόημα δεν έβρισκα. Ασημένιο από πάνω, κάρφωνε και αυτό με μάτια στην πλάτη την περιφρόνηση του, για να με χλευάσει.

Βγάλε τα μαύρα, του φώναξα να με προσέξει, ξανά σιγή. Ήθελα να σταματήσω να κοιτάω, αλλά ήταν μαγικό και ήξερα πως πλέον το μισώ. Ήθελα να του βγάλω τη μάσκα, που είχε κολλήσει πάνω του σα δεύτερη φύση. Ήθελα να το σκίσω, χάρτινα κομμάτια στο χώμα να το αφήσω.

Και εγώ παρακαλούσα κάτω από το φεγγάρι. Το κοίταζα μασκοφορεμένο καθώς ήταν και ήθελα να εκδικηθώ για τις μέρες που μου πήρε. Δεν γινόταν να το μισώ τόσο λάθος. Διαστρεβλωμένα όλα, παρακάλια και μίσος μαζί; ποια η τροχιά που ακολουθώ;

Μια λάμψη φευγαλέα προς στιγμή, αλλά αλλού κοίταζε, για μένα είχε φυλάξει τα κρυφά. Άξιζα μυστήριο γι’ αυτό. Το χαιρέτησα και ας ήταν πιο όμορφο, ήταν το μίσος κάλπικο και είχε αρχίσει ήδη να ξημερώνει.

Καλημέρα είπα και δεν το ξανάδα.

M.K.

Nov 8, 2015 - ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ    1 Comment

Επιστολή στον αδαή ιδεολόγο

Ήτανε μηδέν και μετά γεννήθηκε η πρώτη ιδέα. Δεν πέρασε καιρός και από μονοκύτταρος οργανισμός, υπερπήδησε κάθε στάδιο δαρβινικής εξέλιξης και έγινε άνθρωπος. Ένα ζώο με πολλές, πολλές ιδέες. Όμως η ιδέα γινόμενη άνθρωπος, θέριεψε το ίδιο της το είναι, το οποίο μεταλλάχθηκε και σταδιακά αποσπάστηκε. Και δεν ήταν πια η ιδέα που δημιούργησε τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που δημιουργούσε ιδέες.   

 

Ο ρυθμός τούτης της εξέλιξης, εκθετικός. Άνιση η μάχη μεταξύ ιδέας και ανθρώπου. Είναι που πολλαπλασιαστικά και μόνο, ο εκτροχιασμός ήταν μονόδρομος. Πολλές ιδέες, πολλοί άνθρωποι και κάπου εκεί χάθηκε η ουσία της ιδέας. Χρησιμοποιήθηκαν λέξεις, αλλάξανε νοήματα, παπαγαλίστηκαν και οι θεωρίες, και εν τέλει η ιδέα και η κάθε ιδέα ως έχει, κίνησαν προς την δύση.  

 

Φιλόσοφοι των φιλοσόφων, στοχαστές της ματαιότητας και οραματιστές της ουτοπίας. Όλοι λίγο πολύ, το πόσο δεν έχει τόση σημασία, αυτοβαφτίστηκαν γνώστες και ειδήμονες των καιρών μας. Ένας, ένας συρρεύσαν να μαγέψουν άλλους, πιο αδαείς, με τα ταχυδακτυλουργικά τους ιδεώδη. Τα κάστρα της αφέλειας πέσαν το ένα μετά το άλλο, η λογική απούσα έδωσε χώμα έφορο να ανθίσει η μαζική παραγωγή μαργαριταριών και πάσης ανοησίας.  

 

Κόβει πολύ ο πέλεκης της μωρίας, χάρακας ακριβείας-ορατότης μηδέν σημειώσατε “χ”. Είναι που μερικοί ξεχάσαν πως η ιδέα είναι ζωντανή και κινείται αέναα, μετενσαρκώνεται και ακούει πριν πράξει. Ον λογικό, παιδί του χάους και της ελπίδας. Θυσιάστηκε για τη δημιουργία, μικρή ήταν όμως η συγκομιδή της.   

 

Πολλοί δεν μάθαν για τα παιδιά της, τον Διάλογο και τη Συζήτηση. Είναι γιατί ξέρουν καλύτερα, είναι γιατί δεν συμφωνούν προτού ακούσουν για να αποφανθούν. Είναι οι άνθρωποι πολλοί και οι ιδέες λίγες. Επειδή κυκλοφορούν πολλές ιδέες ως ιδέες, αλλά είναι μόνο προσωπεία της ημιμάθειας και του εύκολου εντυπωσιασμού, οι γνήσιες ιδέες της ιδέας σπανίζουν. Αυτές και μόνο αυτές ολοκληρώνουν την ιδέα του ανθρώπου.  

 

Γιατί ο άνθρωπος είναι ιδέα κατά βάση. Δεν έχει δύναμη η λέξη, η λέξη είναι μόνο επιφάνεια. Δεν είναι ο άνθρωπος, άνθρωπος γιατί τον φωνάζουν έτσι. Είναι γιατί όταν μπορεί να κοιτάζει ψηλά, κοιτάει χαμηλά. Είναι γιατί το κερδίζει. Έτσι και οι απόψεις, πρέπει να κερδίζουν ουσιαστικά και όχι με ψεύτικους εντυπωσιασμούς και πομπώδεις εκφράσεις.  

 

Αναρχία, αριστερά, υπεράνθρωπος, φασισμός, δημοκρατία. Επιφάνεια, επιφάνεια. Πόσο συχνά δανειζόμαστε τον ήχο τους και την γραφή τους; ποια είναι όμως η ιδέα, πίσω από την λέξη; Που βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά της “γνώσης” από της γνώσης; τάδε έφη ο Χ και η γη γυρίζει και ο φασίστας ντύνεται αστυνόμος. Βαφτίζουμε, κρίνουμε, λοιδορούμε με χρησιδάνεια αλλονών. Και η ιδέα αναρωτιέται “Ξέχασε άραγε ο άνθρωπος να σκέφτεται, να διερωτάται; γιατί εγώ ποτέ. Κρίμα στην αμάσητη τροφή, την πεντανόστιμη”.   

 

Πόσο βολικό να υιοθετείς και να δανείζεσαι ιδέες. Είναι εύκολο και απλό, αμέσως αμέσως δημιουργείς το πολλά από το τίποτα. Είσαι κάτι, ανήκεις κάπου, νιώθεις πως ξεχωρίζεις μα δύσκολα ξεγελάς, και αν γελάς τώρα με αυτές τις γραμμές, τότε μάλλον εσύ γελιέσαι.  

  Μ.Κ.

 

 

 

Oct 9, 2015 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on Οι εραστές μέρος 1ο

Οι εραστές μέρος 1ο

https://apenoxopoihmeno.wordpress.com/2013/05/15/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B7-%CE%BA%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE-%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7/

Το πρώτο μέρος της ιστορίας αυτής, δεν είχε άγνωστο ήταν απλώς δύο άτομα-οι εραστές-, κομμάτι ενός συνόλου συναισθημάτων. Για όποιον ενδιαφέρεται για το πρώτο κομμάτι της ιστορίας.

Μ.Κ.

Oct 8, 2015 - Μικρές ιστορίες    Comments Off on Οι εραστές και ο Άγνωστος παρατηρητής μέρος 4ο

Οι εραστές και ο Άγνωστος παρατηρητής μέρος 4ο

Ο Άγνωστος παρατηρητής, ήταν ο πρώτος που είδε τη φλόγα να σβήνει. Το ζευγάρι δεν ήταν πια, δεν υπήρχε το ρήμα είμαι και η σημασία του είναι έπαψε απλώς να υπάρχει. Το τέλος είχε φανεί και νωρίτερα αλλά η ελπίδα ήταν αυτή που έκανε τον Άγνωστο παρατηρητή να προσμένει την ανατροπή. Ήταν σίγουρος πως είχε δει τα δάκρυα του άντρα να αναμειγνύονται με τον καπνό του, καθώς εκείνος ταξίδευε μακριά από το σήμερα, χαμένος στις σκέψεις του. Ήταν σίγουρος για τον έρωτα που έκαιγε, σαν κοίταζε τη γυναίκα να κουρνιάζει μόνη στις γωνίες του σπιτιού της.

Ποια ελπίδα αξίζει να λέγεται ελπίδα, όταν η πιθανότητα της είναι στο μηδέν; Όχι αυτό δεν φαινόταν σωστό στον άγνωστο παρατηρητή, που όντας άγνωστος, έβλεπε το ζευγάρι υπό εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Και όμως κάτι δεν μπορούσε να λειτουργήσει, σαν το ζευγάρι να ήταν καταραμένο να αγαπιέται αλλά να μην μπορεί να είναι μαζί. Και πώς να είναι μαζί όταν ο άντρας αρνιόταν να αφεθεί στο συναίσθημα, όταν είχε ένα φορτίο που δεν άφηνε την καρδιά του να αναπνεύσει, να υψωθεί. Πόσο να προσπαθήσει η γυναίκα, όταν αυτός ο έρωτας πήρε κάτι όμορφο από αυτήν και το μετέτρεψε σε κάτι που ούτε η ίδια δεν θα μπορούσε να γνωρίζει πως έκρυβε μέσα της. Αυτό το κάτι ήταν γραμμένο σε όλο της το κορμί με τη λέξη πόνος. Κανείς θα έλεγε ότι είχε δική του ζωή και ρουφούσε μανιασμένα την ψυχή της.

Όσοι την ήξεραν, μαζί με αυτούς και ο πανταχού Άγνωστος, δεν μπορούσαν να πιστέψουν όταν την κοίταζαν, πως αντίκριζαν την κοπέλα που αυτοί γνώριζαν. Τη σαπίλα της δυστυχίας της δεν την απορρόφησε κανείς, μόνο ο Πόνος νοιάστηκε καθώς την έβλεπε και θέλησε να την ανακουφίσει. Σταμάτησε να την πιέζει με τα αγριεμένα του νύχια, χάιδεψε λίγο την καρδούλα της και της είπε «φτάνει…αυτό ήταν, τώρα δεν θα πονάς τόσο». Η κοπέλα το ένιωσε αμέσως, την αλλαγή που θα την μεταμόρφωνε και θα την έκανε να δει όλα αυτά που είχε χάσει. Επικεντρωμένη στον πόνο της δεν είχε δει την άνοιξη και τα νέα πρόσωπα της. Το πρόσωπο του άντρα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, η μορφή του δεν κυριαρχούσε πια, είχε αρχίσει να γίνεται ένα με τη λήθη.

Ο Άγνωστος παρατηρητής βλέποντας το φως που επέστρεφε ένιωσε πως η δουλειά του με το ζευγάρι είχε πλέον φτάσει στο τέλος της. Η κοπέλα δεν θα πόναγε πια, ο άντρας απλά θα μετάνιωνε για πάντα. Το τέλος.

M.K.

Sep 8, 2015 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on “Φ”

“Φ”

Ο άνθρωπος που δεν ήξερε ότι έχει φωνή, τραγούδαγε πολύ. Την ένταση της δεν την γνώριζε, ο φόβος του την καπέλωνε. Άλλοι δεν την είχαν ακούσει, μονάχα ίσως από σπόντα.

Καμία φορά όταν τον κυρίευε το πάθος, τραγουδούσε ακόμα πιο πολύ. Τότε μόνο σαν να άκουγε μία ιδέα παραπάνω, πόσες νότες μπορούσε να αγγίξει. Ένα σχοινί ντροπή έπνιγε οποιαδήποτε νότα έψαχνε το δρόμο προς τα έξω.

Κάπου κάπου μόνο σα να αναθαρρούσε, μονάχα όταν ξεχνιόταν ή ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε άλλη ψυχή τριγύρω. Είχε μια θηλεία σ’ όλη του τη ζωή, έτσι είχε μάθει να ζει. Υπάκουος, ήσυχος, διαχειρίσιμος.

Ο άνθρωπος που ήξερε ότι έχει φωνή, ήταν ο ίδιος. Μονίμως στο επίκεντρο, μέσα σ’ όλα με φωνή βροντερή. Οι άλλοι τον άκουγαν λέξη προς λέξη, υπήρχε σεβασμός.

Ποτέ του δεν πίστευε πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η δύναμη του πλήθους. Το μόνο που πάντα ήθελε είναι να έχει φωνή, όχι μια οποιαδήποτε όμως. Ήθελε η φωνή του να σαγηνεύει, να πείθει και να έχει βάρος. Δεν ήθελε να τραγουδάει μόνος.

Χαμένος ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες φωνές που περνιόντουσαν για μελωδικές, εκείνος είχε κάτι να πει, να τραγουδήσει, έτσι ανέπνεε. Τον έφαγαν οι κόρακες και οι κομπασμοί τους. Οι ψεύτικοι ήχοι, άτονοι σε όλη τους την έκταση τον είχαν ανατριχιάσει από την τόση ματαιότητα τους.

Οι εναλλαγές από τον ήχο στη σιωπή μόνο σύγχυση πρόσφεραν απλόχερα στον άνθρωπο που δεν αποφάσιζε. Μία με φωνή, μία χωρίς. Ποια γραμμή τόσο λεπτή τροχοπέδη στο τραγούδι; τραγούδι εγλωβισμένο- μα εκεί, καρτερώντας για τις όμορφες μέρες. Πότε θα ναι αυτές κανείς δεν ξέρει. Μα θα ναι ωραία.

Μ.Κ.

 

Sep 2, 2015 - ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ    1 Comment

Εγώ και ο άλλος μου εαυτός στο facebook, στα social media.

Τι είμαι εγώ στην πραγματικότητα, εσύ και όλοι μας οι φίλοι. Ανοίγοντας λογαριασμό σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας ξανά, δημιουργούμε μία εικόνα. Όλα για το φαίνεσθαι και το «μου αρέσει» ή «like», όπως θέλει τα λέει ο καθένας. Οι ειδοποιήσεις κόκκινα σημάδια, ότι κάποιος μας σκέφτηκε. Πόσο ανάγκη έχουμε να νιώθουμε ξεχωριστοί, είδωλα ανάμεσα στα μέλη της μικρής μας κοινότητας.

Αυταπάτες οι κοινοποιήσεις μας, για να προσελκύσουμε και να σαγηνεύσουμε τους φίλους μας. Κυνηγοί της αγάπης τους, μπροστά και πίσω από τον φακό. Θα πρέπει να σταθούμε καλύτερα την επόμενη φορά στην κάμερα, να ανεβάσουμε κάποιο πιο ψαγμένο φιλοσοφικό απόφθεγμα. Γιατί έτσι επιδεικνύουμε το πόσο ενδιαφέροντες είμαστε, πόσο βάθος έχουμε. Το χρονολόγιο λειτουργεί ως λευκός καμβάς, εμείς οι ζωγράφοι.

Πόσο σαθρό το οικοδόμημα που εμείς οι ίδιοι χτίσαμε. Είναι πραγματικά τραγική ειρωνεία, αλλά και ένδειξη μιας εποχής που το ψηφιακό αποτύπωμα μετράει περισσότερο από το ίδιο μας το στίγμα σε πραγματικές περιστάσεις. Εταιρίες πριν καν προσλάβουν, «συμβουλεύονται» και ρίχνουν  μια ματιά σε μας, στο προφίλ μας λες και γνωρίζουν ποιοι είμαστε εμείς και αποφασίζουν. Το δικαίωμα, ποιος το δίνει αναρωτιέμαι όταν βγάζουμε εμείς οι ίδιοι τα άπλυτα μας δημόσια. Γιατί μην γελιέστε μπορεί το προφίλ να είναι μία πτυχή του εαυτού μας, ωστόσο δεν είμαστε εμείς. Το προφίλ είναι απλώς μια στιγμή μας, τόσο χαρακτηριστική του ποίοι είμαστε όσο είναι η αγαπημένη μας τσίχλα. Μασάς και πετάς.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι ούτε το facebook, ούτε οι δυνατότητες αυτού. Το πρόβλημα στην πραγματικότητα είμαστε εμείς οι ίδιοι. Παρασυρμένοι από την μαζική συμπεριφορά, υιοθετούμε πρότυπα ξένα σε εμάς, μη συνεπή και ενδεικτικά του χαρακτήρα μας μόνο και μόνο για να γίνουμε αρεστοί. Η επιβεβαίωση που προσδοκούμε μέσα από τα social media, μαρτυρά την αδυναμία μας να αποδεχτούμε το εγώ μας. Έχουμε καταντήσει πολλοί από εμάς να θεωρούμε ως πιο σημαντική την άποψη που έχουν οι άλλοι για εμάς, απ’ ότι εμείς οι ίδιοι για εμάς. Και όλα αυτά γιατί στη ψηφιακή μας κοινωνία, ο μιμητισμός είναι το Α και το Ω στο υποσυνείδητο.  

Γκρίζες ζώνες τα προφίλ, δεν χρειάζεται να τα χαρακτηρίσουμε άδικα μαύρα όλα ή άσπρα. Σημασία έχει να λειτουργούμε με πλήρη συνείδηση, χωρίς να λογαριάζουμε του τι θα συμβεί μετά. Έχει άραγε τόση σημασία να ανεβεί ο αριθμός των «like», μετά από μία δημοσίευση μας; Στο κάτω κάτω της γραφής, ποιος ενδιαφέρεται αν ο χρήστης «Χ» αισθάνεται «ευλογημένος» ή ότι «τον αγαπούν», πίνοντας καφέ στο Μικρολίμανο; Σοβαρά τώρα ποιος αισθάνεται έτσι; Για ποιο λόγο μια ολόκληρη γενιά χρηστών έχει μπει σε όλη αυτή τη διαδικασία να ενημερώνει για κάθε της κίνηση; Που πήγε το μυστήριο; Η ανάγκη για ιδιωτικότητα και για απόλαυση της ζωής σε πραγματικούς όρους και όχι σε ψηφιακούς;

Μέρα την ημέρα, αφήνουμε όλο και περισσότερα σημάδια της καθημερινότητας μας, εγκαταλείποντας ένα κομμάτι της ελευθερίας μας. Δίνουμε με τη δική μας, ελεύθερη βούληση την άδεια σε μηχανές αναζήτησης, σε εταιρίες μάρκετινγκ και διαφήμισης να στοιχειοθετούν ένα προφίλ για εμάς που το χρησιμοποιούν μετέπειτα ως εργαλείο για να μας παγιδεύσουν σε ένα φαύλο κύκλο κατανάλωσης νέων προϊόντων. Μας δημιουργούν ανάγκες, κατασκευασμένες για εμάς από εμάς, στο βωμό του κέρδους. Γινόμαστε ένα στατιστικό νούμερο, εργαλείο για να εξάγουν οι μεγάλες πολυεθνικές συμπεράσματα για το πως να χειραγωγούν τα πλήθη, πως να δίνουν σε μας ό,τι νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε. Ενώ στην πραγματικότητα αυτά που τους παραχωρούμε είναι πολλά περισσότερα.

Πόσο δύσπεπτα όλα αυτά, αν αναλογιστεί κανείς πόσο ελαφρά τη καρδία χρησιμοποιούμε το facebook. Σκεφτείτε το.

Μ.Κ.

 

Feb 4, 2015 - ΠΟΙΗΤΙΚΑ    Comments Off on “Το έγκλημα στο όνειρο”

“Το έγκλημα στο όνειρο”

Ονειρεύτηκα το τέλειο έγκλημα, δεν είχα ιδέα ότι θα είναι έτσι. Εκστασιάστηκα από την δύναμη του μίσους που ένιωσα καθώς συνέθλιβα την μικρή κοιλότητα κάτω από το στήθος. Ξημερώνοντας είδα κατάματα το ψέμα, δεν υπάρχει σταγόνα αλκοόλ στο αίμα.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από την βιαιότητα των ονείρων. Παράλυτο το σώμα καθώς επιτίθενται στυγνά και ύπουλα. Πλάθουν τον κόσμο στο υποσυνείδητο, ενεργούν με την ύπουλη συνείδηση που κατοικεί στα πιο αγνά μέρη. Τα μάτια μάρτυρες στη λήξη.

Στην δύση η αποκάλυψη της βιαιότητας, η καρδιά χωρίς σύμμαχο στη μάχη. Δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από την ελπίδα που φωλιάζει στα όνειρα. Εκεί που απροστάτευτα κινούμαστε, βαλλόμαστε από μία πινέζα σκέψης. Και τι σκέψη! Αμόλυντη για μια στιγμή πλαστής αιωνιότητας.

Δεν υπάρχει χειρότερο από το έγκλημα του Μορφέα στη λήξη. Εκεί που τα μάτια συνειδητοποιούν ότι τυφλά κοιτούσαν. Στο ξημέρωμα της μέρας το όνειρο είναι πιο βίαιο, η απελευθέρωση πιο κοντά. Η ηδονή καθώς το πέπλο πέφτει προσδίδει κάτι μαγικό στο έγκλημα.

Ένα δευτερόλεπτο μετά όλα έχουν τελειώσει. Η πραγματικότητα πεζή, δικιά μου. Η ανάμνηση του μίσους, βαρύδι που με κάνει να απορώ πως θα συνεχίσει η μέρα. Ο ύπνος σύντροφος και καταφύγιο μαζί για τα πιο άγρια ένστικτα μου. Δεν κοιμάμαι πια, αλλά το “μία φορά και ένα καιρό” ήταν αρκετό, το στρώμα κόκκινο, το θύμα εγώ.

Μ.Κ

Pages:«123»
Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com
%d bloggers like this: